BACK

Φθινοπωρινό συναπάντημα

Καθόταν σ’ ένα παγκάκι του πάρκου και τον περίμενε. Τα δέντρα λαμπύριζαν με τα πορτοκαλοκίτρινα φύλλα τους. Ανάμεσά τους αναβοέσβηνε ο ουρανός. Πόσο της θύμιζε τα μάτια του, τα θαλασσινά, που άλλαζαν χρώματα ανάλογα από την ώρα της ημέρας. Βυθισμένη στην πολυχρωμία του φθινοπώρου περίμενε τον αγαπημένο της, που τον είχε γνωρίσει το καλοκαίρι, στη θάλασσα. Εκεί βουτούσαν στα δροσερά, σμαραγδένια νερά κι έπαιζαν ερωτευμένοι όλη μέρα. Αυτός της έλεγε ότι ήταν αληθινή νεράιδα κι αυτή αισθανόταν ανάλαφρη, φτιαγμένη από θαλασσινό αφρό και ζωηρές ηλιαχτίδες.

Στο τέλος των διακοπών όρισαν σημείο των συναντήσεών τους - το πάρκο. Εκεί βρισκόταν τώρα αναμένοντας τον. Συγκέντρωνε το βλέμμα της σε κάθε περαστικό, μήπως διακρίνει τη μορφή του. Αυτός όμως δεν εμφανιζόταν. Η νεράιδα συνέχιζε να τον περιμένει. Γύρω της σαν πεταλούδες πετούσαν τα μπακιρένια, φθινοπωρινά φύλλα. Το θρόισμα τους και η πολυχρωμία του δειλινού την μάγευαν.

Νύχτωσε. Άρχισε να περπατάει. Οι κλώνοι των δέντρων άφηναν το φεγγοβόλημα των αστεριών να παιχνιδίζει με τις σκιές τους, θυμίζοντάς της τους βραδινούς περιπάτους μαζί του. Οι τελευταίες χορωδίες των γρύλλων την έκαναν να τον σκέφτεται ακόμα πιο έντονα. Δεν ήταν δυνατόν να μην έρθει. Τα λόγια του ότι θα ζούσαν για πάντα μαζί, ηχούσαν ακόμα στ’ αυτιά της. Περπατούσε έτσι η νεράιδα όλη νύχτα μέχρι να χαράξει ο ήλιος. Μετά καθόταν στο παγκάκι και συγκέντρωνε το βλέμμα της στους περαστικούς.

Οι μέρες περνούσαν και τα φύλλα των δέντρων σκέπαζαν τα μονοπάτια. Κρύοι άνεμοι την αγκάλιασαν. Ένιωσε να μεταμορφώνεται τότε σ ’ένα πλάσμα πιο συμπαγές απ’ ότι ήταν το καλοκαίρι μέσα στα θαλασσινά νερά. Σκεφτόταν τώρα ότι αν την έβλεπε ο αγαπημένος της θα την ονόμαζε δρυάδα. Και μη δεν ήταν με τα μαλαματένια φύλλα στα μαλλιά της και τα καφέ της μάτια σαν τα κάστανα; Καθρεφτιζόταν στα νερά της λιμνούλας και θαύμαζε τη μορφή της, που κυμάτιζε φωτεινή με το φθινοπωρινό χρυσοστέφανο.

Ένα δειλινό καθώς ρέμβαζε τη φθινοπωρινή πανδαισία, άκουσε παράξενους ψιθύρους. Αφουγκράστηκε και συνέλαβε τα λόγια, που απευθύνονταν σ’ αυτήν:
-Δρυάααδαα μου, αγάααπη μου, είμαι εδώ, δες με, νιώωωωωσε με….
Αισθάνθηκε την παρουσία του. Ο καλοκαιρινός της έρωτας, μεταμορφωμένος σε δρυ με δυνατά μπράτσα, την έρανε με κιτρινοκόκκινα φύλλα-καρδούλες. Όταν ξανάκουσε τα λόγια του: «Αγαπημέεεεενη μου, νεράααααιδα, δρυάαααδα, γίναμε έεεενα…» άπλωσε τα χέρια της και αγκάλιασε το σφριγηλό κορμί του. Έλιωσε στη γλύκα του έρωτα και είπε παθιασμένα:
-Ναι, αγάπη μου, είμαστε ένα, τώρα και για πάντα.

Ένα ζευγάρι βλέποντάς την να αγκαλιάζει το δέντρο και να του μιλάει, την ρώτησε:
-Θέλετε βοήθεια;
Αυτή απάντησε ονειροπαρμένη:
-Βρήκα το μοναδικό, παντοτινό, θεϊκό έρωτα και είμαι τόσο ευτυχισμένη. Μακάρι να τον βρείτε κι εσείς!
Το ζευγάρι κάθισε απορημένο στο παγκάκι και τότε ο δρυς και η δρυάδα τούς στόλισαν με κόκκινα φυλλοκάρδια. Ο νέος κοίταξε τη φίλη του, που τώρα φάνταζε υπέροχη, και είπε:
-Θα σ’αγαπώ για πάντα!
-Και στη βαρυχειμωνιά; Τον ρώτησε αυτή.
-Και στη βαρυχειμωνιά, αγάπη μου.
-Κι εγώ θα φεγγοβολώ για σένα στις κρύες μέρες του χειμώνα σαν φθινοπωρινό σέλας, σαν τζάκι αναμμένο.
Το ζευγάρι αγκαλιάστηκε και αφέθηκε στο ερωτικό θρόισμα της δρύινης φυλλωσιάς.